Συμπαθάτε μου την υπερβολικά καθυστερημένη αντίδραση, αλλά μόλις πρόσφατα έπεσε στην αντίληψή μου επιφυλλίδα που δημοσίευσε ο κ. Χρ. Γ. Ντούμας, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πριν από εννιά (!) μήνες στην Καθημερινή της Κυριακής 7 Δεκεμβρίου 2008 («Τέχνες και Γράμματα», σ. 15). Γνωρίζουμε όλοι μας το πολύπλευρο και σημαντικότατο αρχαιολογικό έργο που έχει επιτελέσει ο ΧΓΝτ, κυρίως στη Θήρα. Διάβασα λοιπόν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το δημοσίευμά του, αλλά σύντομα διαπίστωσα με μεγάλη απογοήτευση ότι είναι δυστυχώς αμέθοδο και περιέχει σοβαρά λάθη.
Ο ΧΓΝτ επιχειρεί να απορρίψει την καθιερωμένη ετυμολόγηση της λέξης ήλιος (ή άλιος στις βορειοδυτικές διαλέκτους) από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *sawel-, από την οποία προέκυψαν, λογουχάρη, το γοτθικό sauil και το ουαλλικό haul (και τα δύο σημαίνουν «ήλιος)»· από την ίδια ρίζα, άλλωστε, προέρχονται (μέσω της μεταπτωτικής βαθμίδας *sul-) και τα σανσκριτικά sura- και surya-, που επίσης σχετίζονται με τον ήλιο.
Ο ΧΓΝτ εισηγείται δική του ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία η λέξη άλιος είναι δήθεν ουσιαστικοποιημένο επίθετο προερχόμενο από τη λ. αλς, που θα πει «θάλασσα», γιατί ο ήλιος είναι «ουράνιο σώμα αναδυόμενο από τη θάλασσα». Σύμφωνα με την ερμηνεία του ΧΓΝτ, «το όνομα άλιος δεν μπορεί να είναι η δωρική εκδοχή του ήλιος, αλλά αντίθετα το ήλιος είναι η ιωνική εκδοχή του άλιος». Ο ανασυντεθειμένος τύπος *sawel-ios, από τον οποίο δεχόμαστε εμείς οι υπόλοιποι ότι προέρχεται η λέξη ήλιος, είναι κατά τον ΧΓΝτ απλό κατασκεύασμα των σύγχρονων γλωσσολόγων, δίχως ερμηνευτική αξία.
Οι εικασίες του ΧΓΝτ ίσως να φαντάζουν, εκ πρώτης όψεως, ελκυστικές, ιδίως στην πλειονότητα των μη ειδικών. Ωστόσο, καθώς θα δούμε, ούτε επιστημονική βάση διαθέτουν ούτε σε στοιχειώδη έλεγχο αντέχουν.
Πρώτα απ’ όλα, ο τύπος *sawel-ios δεν καθίσταται αυτομάτως ανυπόστατος ή εσφαλμένος από το γεγονός και μόνον ότι είναι, πράγματι, αμάρτυρος, δηλαδή δεν απαντά σε κανένα σωζόμενο κείμενο. Το *sawel-ios δεν είναι απλό επινόημα των γλωσσολόγων: είναι τύπος ανασυντεθειμένος με βάση τα γλωσσικά δεδομένα που διαθέτουμε, τόσο από την ελληνική όσο και από συγγενείς γλώσσες. Με παρόμοιο τρόπο, ένας αρχαιολόγος μπορεί, με αρκετή ακρίβεια, να ανασυνθέσει την αρχιτεκτονική μορφή ενός αρχαίου ναού με βάση τα σωζόμενα θεμέλιά του κι έναν δυο σπασμένους κίονες. Το αποτέλεσμα της ανασύνθεσης θα είναι, ασφαλώς, προϊόν ευμέθοδων επιστημονικών υποθέσεων και εύλογων συλλογισμών, και όχι απλό αποκύημα της φαντασίας τού αρχαιολόγου.
Ας περάσουμε τώρα σε ζητήματα ουσίας. Πρώτα απ’ όλα, η υπόθεση του ΧΓΝτ αφήνει ανερμήνευτους τους τύπους α(ϝ)έλιος / η(ϝ)έλιος, οι οποίοι (καθώς ο ίδιος ο ΧΓΝτ αναγνωρίζει) είναι και υπαρκτοί και μαρτυρημένοι. (Η παρουσία μάλιστα του δίγαμμα πιστοποιείται από τον κρητικό τύπο αβέλιος που παραδίδει ο λεξικογράφος Ησύχιος.) Με άλλα λόγια, αν υποθέσουμε ότι η λέξη άλιος / ήλιος είναι, όπως φαντάζεται ο ΧΓΝτ, επίθετο που παράγεται από το ουσιαστικό η αλς, τότε μας είναι αδύνατο να περιγράψουμε και να εξηγήσουμε την παραγωγή των τύπων α(ϝ)έλιος / η(ϝ)έλιος : από πού ξεφυτρώνει, αίφνης, εκείνο το δίγαμμα (ϝ) ή εκείνο το έψιλον, αφού δεν υπάρχουν ούτε ποτέ υπήρχαν τέτοιοι φθόγγοι στη μητρική, υποτίθεται, λέξη αλς;
Δεύτερο, η ετυμολογία που προτείνει ο ΧΓΝτ προσκρούει και σε ένα άλλο, απλούστατο γλωσσικό εμπόδιο. Το άλφα του άλιος (όπως βέβαια και το ήτα του ήλιος) είναι μακρό φωνήεν, ενώ το άλφα του αλς βραχύ. Αν το άλιος προερχόταν από το αλς, το άλφα του θα έπρεπε να παραμείνει βραχύ, όπως και στο αλς. Αυτό όμως, καθώς είδαμε, δεν ισχύει.
Τρίτο, η υπόθεση ότι η καταγωγή της λ. ήλιος βρίσκεται στη λ. αλς αφήνει ανερμήνευτη την ετυμολογία οφθαλμοφανώς αντίστοιχων λέξεων σε συγγενικές γλώσσες (π.χ. του λατινικού sol).
Τέταρτο, στην εν λόγω υπόθεση υπόκειται η αντίληψη ότι οι λέξεις έχουν κάποιου είδους εγγενή, φυσική σχέση με τα πράγματα που ονοματίζουν — ότι λογουχάρη ο ήλιος / άλιος λέγεται έτσι επειδή μοιάζει να αναδύεται από τη θάλασσα (άλιος < αλς). Η αντίληψη αυτή, που σπέρματά της βρίσκουμε ήδη στον διασκεδαστικό αλλά ως επί το πλείστον λαθεμένο Κρατύλο του Πλάτωνα, είναι σήμερα ολότελα, και δικαίως, απαξιωμένη από τη γλωσσολογική επιστήμη. Τα γλωσσικά σημεία (χοντρικά, οι λέξεις), με τα οποία σημαίνονται οι έννοιες, είναι καταρχήν αυθαίρετα, εκτός από σχετικά ολιγάριθμες εξαιρέσεις.
Συμπερασματικά, οι ευφάνταστες ετυμολογικές εικασίες, όσο εντυπωσιακές κι αν είναι κάποτε, αποδεικνύονται συνήθως σαθρές. Για να είναι πειστικές και επιστημονικά έγκυρες, οι ερμηνείες πρέπει να βασίζονται σε συστηματική συγκριτική ανάλυση των γλωσσικών δεδομένων και όχι σε συμπτωματικές, επιφανειακές και συχνότατα παραπλανητικές ομοιότητες.