Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Δεκέμβριος 2007

ΑΤΙΜΗ ΓΕΝΙΚΗ

Είναι πασίγνωστο ότι στην κοινή νεοελληνική η γενική πτώση, ιδιαίτερα μάλιστα η γενική πληθυντικού, έχει προβλήματα υγείας. Πολλά ουσιαστικά δεν τη σχηματίζουν καθόλου: λέμε, ξέρω γω, ένα καφεδάκι με τρεις ζάχαρες, αλλά ευτυχώς κανείς δεν σκέφτηκε μέχρι τώρα να πει *των ζαχαρών ή, ακόμα χειρότερα, *των ζαχάρεων (αν και ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται). Το ίδιο ισχύει, για παράδειγμα, με τις κότες, τις πάπιες, τις κατσίκες και λοιπά κατοικίδια. Το ίδιο ισχύει και για τις δυσώνυμες πισίνες, που η γενική τους δίνει λαβή για εύκολα αστεία. Ότι η γενική πληθυντικού υποχωρεί ατάκτως φαίνεται ξεκάθαρα στη διάλεκτο των αδελφών Κυπρίων, οι οποίοι την έχουν αντικαταστήσει με την αιτιατική: ο δρόμος τες φοινικούδες είναι ο δρόμος των φοινίκων στην παραλία της Λάρνακας· τα φυλάκια τους στρατιώτες θα πει τα φυλάκια των στρατιωτών· το σπίτι τους αρφούς μου σημαίνει το σπίτι των αδερφών μου· και πάει λέγοντας. Βέβαια, αυτού του τύπου η αιτιατική λειτουργεί μόνο στις περιπτώσεις όπου αντικαθιστά την κτητική γενική. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει τις υπόλοιπες λειτουργίες της γενικής. Γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια, με την επίδραση ασφαλώς και της κοινής νεοελληνικής που διατηρεί τη γενική πληθυντικού, έχουν αρχίσει και στην Κύπρο να σκαρώνουν ανήκουστες γενικές του τύπου των κοπέλων ή των καρέκλων, που τις χρησιμοποιούν αβέρτα κουβέρτα στον καθημερινό λόγο, συχνά μάλιστα και στον γραπτό. (Φίλος από το νησί μού έστειλε τις προάλλες απόσπασμα από τα πρακτικά της Συγκλήτου του εκεί Πανεπιστημίου, όπου γινόταν λόγος για «πολιτική αντικατάστασης καρέκλων»!)

Για τα προβλήματα της γενικής πληθυντικού έχουν γράψει πολλοί πολλά, και συνήθως καλά. Περιορίζομαι να παραπέμψω σε ένα άριστο, όπως πάντα, σημείωμα του Γιάννη Η. Χάρη, που θα το βρείτε εδώ. Ιδιαίτερα προβληματική κατηγορία αποτελεί η γενική πληθυντικού πολλών λόγιων λέξεων: όπως δείχνει ο ΓΗΧ, εύκολα λένε οι αρχαιόπληκτοι οι ζώσες γλώσσες, δύσκολα όμως θα πει κανείς των ζωσών γλωσσών. Δεν θυμάμαι πια σε τίνος σπουδαίου αρχαιολόγου το σύγγραμμα διάβασα εκείνο το εξαίσιο: των σεσηπότων σανίδων. Όποιος κι αν ήταν ο συγγραφέας, ήταν φανερό (αυτό το θυμάμαι καλά) ότι την καθαρεύουσα την έπαιζε στα δάχτυλα. Δεν του πήγε όμως η καρδιά (και σωστά!) να γράψει των σεσηπυιών σανίδων  — ο θεός να μας φυλάει! 
Διαβάζοντας το σημερινό φύλλο των Νέων (28-12-2007), έπεσα πάνω σ’ ένα μαργαριτάρι πρώτης τάξεως, που δείχνει ότι οι λατρεμένοι μου έλληνες δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν προβλήματα όχι μόνο με το θηλυκό των μετοχών, αλλά και με άλλες, πολύ πιο κοινόχρηστες λέξεις. Στο άρθρο της εφημερίδας, που με έβγαλε από τα ρούχα μου, γίνεται λόγος για κάποιον γάλλο συγγραφέα, ο οποίος έβγαλε εκατομμύρια μεταφέροντας στο χαρτί, και πουλώντας σε μορφή βιβλίου, τις ατάκες που άκουγε στα μπαρ απ’ τον έναν κι απ’ τον άλλον. «Έπειτα από είκοσι χρόνια», διαβάζω, ο εν λόγω συγγραφέας «έβγαλε τόμους, πούλησε 1,3 εκατομμύρια αντίτυπα κι έβγαλε το προφίλ της τάξης των πότηδων της Γαλλίας». Αντιπαρέρχομαι εκείνο το εκπάγλου αοριστίας «έβγαλε το προφίλ»· αντιπαρέρχομαι και τη βαρυστόμαχη συσσώρευση τριών γενικών («της τάξης των πότηδων της Γαλλίας»). Δεν μπορώ όμως να κλείσω τα μάτια σ’ εκείνο το απίθανο των πότηδων. Αν η καλή συντάκτρια ήθελε, καλά και ντε, να χρησιμοποιήσει το πότης στη γενική πληθυντικού, έπρεπε να γράψει των ποτών. Έλα όμως που οποιοσδήποτε ομιλητής της νεοελληνικής, αν είναι στα σύγκαλά του, θα εννοήσει το των ποτών ως γενική πληθυντικού του ποτού (τα ποτά, των ποτών) και όχι του πότη! Η δημοσιογράφος θα είχε αποφύγει την παγίδα, εάν είχε καταδεχτεί να γράψει των μπεκρήδων, που μπορεί να μην είναι ό,τι κομψότερο έχει πλάσει η ελληνική γλώσσα, είναι όμως αποδεκτό (ακόμα). Άλλωστε, εκείνο το πότηδων έχει πλαστεί αναμφίβολα με επίδραση του μπεκρήδων.
Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε. Το δίχως άλλο. Το παράδειγμα που έδωσα είναι όμως κάθε άλλο παρά μεμονωμένο. Η προσκόλληση στον επιφανειακό λογιοτατισμό, ειδικά όταν συνδυάζεται με την παροιμιώδη γλωσσική αμεριμνησία των ελλήνων δημοσιογράφων, δεν οδηγεί απλώς σε μαργαριτάρια σαν κι αυτό που ανέφερα, αλλά και προκαλεί, όπως λένε οι μηχανικοί, δομικές βλάβες στον φέροντα οργανισμό της νεοελληνικής, που αγωνίζεται ακόμα, η καημενούλα, να αναδυθεί από δεκαετίες γλωσσικής υποτέλειας στην καθαρεύουσα.

Read Full Post »

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η "ΔΥΠΟΛΙΣ";

Διαβάζω σήμερα (23 Δεκεμβρίου) την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Η καλή εφημερίδα –όπως άλλωστε και η σχεδόν συνονόματη καθημερινή αδερφούλα της– είναι γνωστή για τον μαχητικό πατριωτισμό, γλωσσικό και μη, των συντακτών της. Ένα από τα πολλά άρθρα που αφορούν, ευνοήτως, το γνωστό σκάνδαλο των ημερών στέκεται στον βίο και την πολιτεία του παραλίγο αυτόχειρα. Μετά την κάθοδο του Ν. Ζαχόπουλου στην Αθήνα, πρώτη του μέριμνα ήταν, διαβάζουμε, «να ιδρύσει διάφορες μη κερδοσκοπικές οργανώσεις: «Η Δύπολις», «Θεσσαλονικέων Πολιτεία», «Ηγησίπολις»» και τα λοιπά. Και λίγο παρακάτω: «Η ανάδειξη του φίλου του (και αντιπροέδρου της «Δύπολις») Σ.Π. σε ισχυρό άντρα του πολιτισμού». 

Δεν πρόκειται λοιπόν για λάθος, για παραδρομή ή για τον δαίμονα της φωτοσύνθεσης: οι καλοί συντάκτες νομίζουν ότι το Ηδύπολις είναι δύο λέξεις, Η Δύπολις, όπως τον παλιό καλό καιρό οι μοσχόμαγκες νόμιζαν ότι το όνομα Ορέστης είναι στην πραγματικότητα δύο λέξεις, Ο Ρέστης, οπότε φράσεις του τύπου «το καβουράκι του Ρέστη» θεωρούνταν απολύτως νόμιμες (τα λέει ο Τσιφόρος, νομίζω, στα Παιδιά της πιάτσας). 
Για την εκτυφλωτική αμάθεια των ελλήνων δημοσιογράφων έχω ξαναγράψει και δεν αλλάζω ούτε ένα γιώτα από όσα άκομψα είπα τότε. Στην προκειμένη περίπτωση όμως η ευθύνη ανήκει εξίσου στους συντάκτες του άρθρου και στον πεπτωκότα ηγεμόνα του ΥΠΠΟ. Η λέξη δύπολις (=ο αγαπητός στους πολίτες) απαντά μία φορά όλη κι όλη, και μάλιστα στη δωρίζουσα εκδοχή της (ἁδύπολις), στον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή (στ. 510), κείμενο που δίχως άλλο γνώριζε ο επίδοξος αυτόχειρας από τη θητεία του στη μέση εκπαίδευση. Επαναλαμβάνω: το ἡδύπολις είναι λέξη άπαξ, όπως λέμε στο φιλολογικό συνάφι· που θα πει ότι τη συναντούμε μία και μόνη φορά σε ολόκληρη την ιστορία της ελληνικής γραμματείας. Πόσοι λοιπόν είναι λογικό να την έχουν ξανακούσει; Μια χούφτα ανθρώποι, όσοι ειδικεύονται στην αρχαία τραγωδία, άντε και όσοι φιλόλογοι έχουν διδάξει τον Τύραννο στο Λύκειο. Νομιμοποιούμαι λοιπόν να υποθέσω ότι ο παραλίγο μακαρίτης εδιάλεξε τη λέξη επίτηδες, ακριβώς επειδή είναι σπανιότατη και σχεδόν αδιάγνωστη. Το εξεζητημένο έχει γόητρο, θα σκέφτηκε, πόσο μάλλον το σχεδόν ακατανόητο. 
Ώστε: παρά τον υπερπατριωτισμό, γλωσσικό και άλλο, της εφημερίδας που υπηρετούν, οι καλοί συντάκτες του επίμαχου άρθρου δεν πρέπει να αποκεφαλιστούν (τουλάχιστον δημοσίως) για το γλωσσικό ατόπημά τους. Πάτησαν απλώς την πεπονόφλουδα που τους είχε ρίξει ο ΓουΓου του ΥΠΠΟ. Τώρα βέβαια μη ρωτάτε ποια είναι αυτή Η Δύπολις: ο θεός το ξέρει, ίσως κι η ψυχή των συντακτών της «Κ.Ε.». Έλληνες δημοσιογράφοι είναι οι άνθρωποι, πώς έχουμε την απαίτηση να ελέγχουν και να διασταυρώνουν όσα γράφουν;

Read Full Post »

ΚΑΤΩ ΤΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ!

Οι κανόνες που ρυθμίζουν τη χρήση των σημείων στίξης, κυρίως του κόμματος και της άνω τελείας, δεν είναι πάντοτε σαφείς· αρκετά συχνά μάλιστα φέρνουν σε αμηχανία ακόμη και έμπειρους γραφιάδες. Για τη χρήση των εισαγωγικών όμως οι κανόνες είναι απλούστατοι: τα χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε ότι το κείμενο που περικλείεται ανάμεσά τους είναι κατά λέξη παράθεμα. Κατ’ επέκταση, χρησιμοποιούμε εισαγωγικά και στις περιπτώσεις όπου θέλουμε να δώσουμε ειρωνική χροιά στα γραφόμενά μας: υποδηλώνουμε με τον τρόπο αυτόν ότι το εντός εισαγωγικών κείμενο απλώς το παραθέτουμε κατά λέξη, έτσι όπως ειπώθηκε ή γράφτηκε από κάποιον άλλο. Δεν το προσυπογράφουμε, δεν το εγκρίνουμε· αντιθέτως μάλιστα σαρκάζουμε την αφέλεια ή την άγνοια ή την υποκρισία του συντάκτη του. Έτσι, για παράδειγμα, γράφουμε ότι ο Μαγγίνας έχτισε «αναψυκτήριο» στο Κορωπί ή ότι ο Ζουράρις είναι «καθηγητής» (άγνωστο σε ποιο πανεπιστήμιο) ή ότι στις 21 Απριλίου του ’67 έγινε «επανάσταση». Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα εισαγωγικά υποκρύπτουν δυσπιστία, ειρωνεία, σαρκασμό.

Εδώ και πολλά χρόνια, έχω την εντύπωση ότι για πολλούς γραφιάδες, κυρίως μάλιστα για τους επάρατους και κατά τεκμήριο αστοιχείωτους δημοσιογράφους, τα εισαγωγικά είναι κάτι σαν μαϊντανός: τα βάζουν όπου τους καπνίσει, κι αν πέσει και λίγο παραπάνω, δε χάλασε ο κόσμος. Συμπαθάτε με, αλλά είμαι αναγκασμένος να δώσω μερικά κραυγαλέα παραδείγματα, όλα αντλημένα από τις καθημερινές εφημερίδες:

1) Στη νέα ταινία του Μ.Π. … που «βγαίνει» μεθαύριο Πέμπτη στις κινηματογραφικές αίθουσες.
2) Ο ηθοποιός προσκόμισε συμβόλαιο που έχει με τηλεοπτικό σταθμό … το οποίο προβλέπει ρήτρα 100.000 ευρώ σε περίπτωση που «εγκαταλείψει» το σίριαλ στο οποίο συμμετέχει.
3) Μπορεί να παρηγορηθεί, τελικά, με το γεγονός ότι δεν υποχρεώνεται να κάνει «ουρά».
4) Ωστόσο, θα πρέπει να εκτιμήσουμε ότι διαρκούντος του 2007 σημειώθηκαν και κάποιες «δονήσεις» που κίνησαν κάπως τα λιμνάζοντα νερά της τελευταίας τριετίας. […] Εν πάση περιπτώσει, ο Δεκέμβριος του 2007 άφησε κάποια ευχάριστα «αποτυπώματα» στο πέρασμά του…
Ας πάρουμε τα παραδείγματα με τη σειρά. Στο υπ’ αρ. 1, τα εισαγωγικά δείχνουν, μάλλον, ότι ο συντάκτης δεν νιώθει και πολύ άνετα που χρησιμοποιεί καθομιλούμενη έκφραση, και μάλιστα σε εφημερίδα περιωπής. Καταδέχεται, ωστόσο, να κάνει μια παραχώρηση στους χυδαϊστές και να πει «η ταινία βγαίνει μεθαύριο στους κινηματογράφους», φροντίζοντας όμως να δηλώσει, με τα ευγλωττότατα εισαγωγικά, ότι συνειδητοποιεί πλήρως πως εκείνο το «βγαίνει» δεν είναι του επιπέδου του, αλλά και πώς αλλιώς να το πεις, βρε αδερφέ.
Το υπ’ αρ. 2 παράδειγμα είναι κάπως διαφορετικό. Ο συντάκτης θεωρεί, προφανώς, ότι εγκαταλείπει κανείς μονάχα τον τόπο του ατυχήματος ή τον/την σύντροφο της ζωής του, ποτέ όμως το σίριαλ στο οποίο συμμετέχει. Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε χρήση τού εγκαταλείπω που, χωρίς να είναι ακριβώς μεταφορική, ξεφεύγει κάπως από την κυριολεξία είναι, για τον «καλό δημοσιογράφο» (απαραίτητα εδώ τα εισαγωγικά!), κατακριτέα ή αδόκιμη ή δεν ξέρω ‘γω τι άλλο. Τα εισαγωγικά χρησιμοποιούνται λοιπόν εδώ σαν είδος απολογίας: «συμπαθάτε με, πατριώτες, το ξέρω ότι το εγκαταλείπω δεν είναι το σωστό ρήμα, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μου ‘ρχεται και τίποτα καλύτερο, οπότε κοτσάρω το εγκαταλείπω φαρδύ πλατύ, αλλά βάζω και τα εισαγωγικά, για να το παίξω υπεράνω.»
Παρόμοια είναι η περίπτωση του υπ’ αρ. 3 παραδείγματος. Ο συντάκτης του είναι γνωστός μυγιάγγιχτος, που αφρίζει και ξαφρίζει άπαξ της εβδομάδος με τα ανήκουστα που παρατηρεί στους δρόμους της Αθήνας: κοριτσάκια που δεν σηκώνονται στο λεωφορείο για να καθήσει η ηλικιωμένη κυρία, προσκοπάκια που δεν περνάνε τις γιαγιάδες στο απέναντι πεζοδρόμιο, αναίσθητοι περαστικοί που δεν ρίπτουν τον οβολόν τους στο ντενεκεδάκι του ζητιάνου, και άλλα τέτοια σπαραξικάρδια. Δεν είναι να απορεί λοιπόν κανείς που ο εν λόγω σιχαίνεται να χρησιμοποιήσει την κοινότατη έκφραση κάνω ουρά δίχως να κοτσάρει και τα εισαγωγικούλια του, έτσι για να ειδοποιήσει την εκλεκτή πελατεία του ότι δεν καταδέχεται να κατρακυλήσει, έστω και προς στιγμή, στη χυδαία γλώσσα της πλέμπας χωρίς την προστατευτική ασπίδα των εισαγωγικών. 
Τέλος, το τέταρτο παράδειγμα είναι, αυτό που λένε, όλα τα λεφτά. Πρόκειται για εξόφθαλμη περίπτωση μεταφοράς: μιλάμε κυριολεκτικά για σεισμικές δονήσεις, αλλά μεταφορικά για πολιτικές δονήσεις που προκαλούνται από πρωτοβουλίες, παρεμβάσεις και ό,τι άλλο. Το ίδιο ισχύει και για τα αποτυπώματα: τα κυριολεκτικά είναι αυτά που αφήνουν οι πατούσες στην άμμο ή οι διαρρήκτες στις κλειδαριές· τα μεταφορικά είναι αυτά που άφησε η διπλωματική δραστηριότητα κατά το 2007. Οι μεταφορές, κατά τα φαινόμενα, προκαλούν τρόμο στον αγαθό και άπραγο δημοσιογράφο, ο οποίος εικάζουμε ότι είχε κάνει κοπάνα την ημέρα που ο δάσκαλος εξηγούσε τι θα πει μεταφορά. Έτσι, βολεύτηκε με την εύκολη λύση: έσπευσε να αναζητήσει καταφύγιο στη θαλπωρή και την ασφάλεια των εισαγωγικών. Δεν είμαι μέσα στο κεφάλι του καλού συντάκτη, αλλά υποθέτω ότι θέλησε με τον τρόπο αυτό να δηλώσει ότι οι πολιτικές δονήσεις που σημειώθηκαν το 2007 δεν είναι απ’ αυτές που μετριούνται σε βαθμούς Ρίχτερ, και ότι τα αποτυπώματα που άφησε το 2007 στην πολιτική ζωή δεν είναι ορατά «διά γυμνού οφθαλμού» (εμ, άχτι το ‘χα να βάλω και γω εισαγωγικά!). Το ότι ο άριστος δημοσιογράφος κατάφερε να συνδυάσει την πλημμελή χρήση των εισαγωγικών με την περιδιαγραμμάτου γενική απόλυτη (διαρκούντος του 2007) δεν πρέπει, βέβαια, να μας εκπλήσσει: και τα δύο είναι εκφάνσεις της ίδιας συμπλεγματικής, αφ’ υψηλού, αλλά τραγικά ελλειμματικής σχέσης των ελλήνων δημοσιογραφούντων με την ίδια τους τη γλώσσα, με το εργαλείο που τους δίνει να φάνε, στο κάτω κάτω.
Το συμπέρασμα, νομίζω, βγαίνει από μόνο του (όχι, προς θεού, «βγαίνει» από μόνο του!): η κατάχρηση των εισαγωγικών –η χρησιμοποίησή τους δηλαδή για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που περιγράψαμε στην πρώτη παράγραφο— καταντάει συχνότατα ορθογραφικός ακκισμός, σαν κι αυτούς που περιέγραφα σε παλιότερα ποστάκια. Ας το επαναλάβω ακόμα μια φορά, για να το εμπεδώσουνε κι οι πιο μη μου άπτου σουσουδιστές: τα εισαγωγικά δεν είναι για να υπογραμμίζουμε ότι καταδεχόμαστε, κατά παραχώρηση, να μεταχειριστούμε καθομιλούμενες εκφράσεις (κάνω ουρά, η ταινία βγαίνει στους κινηματογράφους), αλλά για να ειδοποιούμε τον αναγνώστη ότι το εντός εισαγωγικών κείμενο είτε είναι αυτολεξεί παράθεμα είτε χρησιμοποιείται ειρωνικά.
Επειδή όμως ξέρω πως εγώ τα λέω, εγώ τ᾽ ακούω, κι επειδή υποψιάζομαι πως οι αδικιωρισμένοι οι δημοσιογράφοι θα συνεχίσουνε να βάζουν εισαγωγικά όπου τους βουληθεί, κι επειδή στον ελληνικό καθημερινό και περιοδικό τύπο ισχύει το μπάτε σκύλοι αλέστε, προτείνω ένα πιο ριζικό μέτρο: πλήρη κατάργηση των εισαγωγικών και απαγόρευση της χρησιμοποίησής τους επί ποινή θανάτου! Για τα παραθέματα μπορούμε μια χαρά να χρησιμοποιούμε πλάγια στοιχεία, ενώ για να δώσουμε ειρωνική χροιά στα λεγόμενά μας μπορούμε κάλλιστα να ρυθμίσουμε ανάλογα το ύφος μας — δεν είναι δα ανάγκη να του τα δίνουμε όλα έτοιμα του αναγνώστη!
Προσκαλώ λοιπόν όλους τους συμπλογκεράδες σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας ενάντια στον φασισμό των εισαγωγικών μεθαύριο στην Πλατεία Συντάγματος. Ελάτε να «ενώσουμε» τις φωνές μας, μήπως και «πάρουν πρέφα» επιτέλους οι δημοσιογράφοι ότι «έφτασε ο κόμπος στο χτένι» κι ότι δεν πρέπει να «το παρατραβήξουν» άλλο, γιατί «πίσω έχει η αγκόρτσα την ουρά».

Read Full Post »

ΜΠΑΣΤΑΡΔΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

Διαβάζω στους New York Times τη βιβλιοκρισία του Edward Hirsch για μια καινούργια μετάφραση του Sir Gawain and the Green Knight. Πρόκειται για μυθιστορηματικό αφήγημα του αγγλικού δέκατου τέταρτου αιώνα, γεμάτο ιππότες, τέρατα και δε συμμαζεύεται.

Για τον ανώνυμο συγγραφέα ο βιβλιοκριτικός δεν έχει παρά δυο λόγια να πει: «He was a contemporary of Chaucer and a master of our mongrel English tongue». Προσέξτε, προσέξτε αυτό το τελευταίο: «and a master of our mongrel English tongue»! Mongrel παναπεί, λίγο πολύ, «κοπρίτης», σκυλί ακαθόριστης ράτσας, το αντίθετο του καθαρόαιμου. Ω του παραδόξου θαύματος, δηλαδή: με πέντε λεξούλες ο Hirsch ανακηρύσσει την αγγλική γλώσσα –τη δική του γλώσσα, «our tongue» λέει– ΚΑΙ μπάσταρδη / κοπρίτισσα / αγνώστου πατρός ΚΑΙ άξια να τραγουδηθεί από μάστορες, τεχνίτες περιωπής, μαιτρ. Άλλωστε, και το «σύγχρονος του Τσώσερ» (he was a contemporary of Chaucer) ως έμμεσος έπαινος του ανώνυμου συγγραφέα πρέπει να νοηθεί.
Μου έκανε πάντοτε εντύπωση η γλωσσική αυτοπεποίθηση των αγγλόφωνων συγγραφέων, όχι μόνο των ηγεμονικών αγγλοαμερικανών, αλλά και των περιφερειακών — του Ντέρεκ Ουόλκοτ, για παράδειγμα, που η ποίησή του αναμειγνύει τα εξαίσια αγγλικά του Τέννυσον με τα αδιάγνωστα πατουά των Δυτικών Ινδιών, κι ωστόσο σου κόβει (ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ) την ανάσα με τη δραστικότητά της, με «την ευτυχία της σωστής λέξης». Η τέτοια αυτοπεποίθηση δεν εκπηγάζει από κανένα γλωσσικό μύθο περί φυλετικής καθαρότητος της αγγλικής, περί αδιαλείπτου τρισχιλιετούς συνεχείας και τα όμοια. Ούτε και συνάντησα ποτέ στα διαβάσματά μου γλωσσαμύντορες ή αρχαιόπληκτους αγγλόφωνους που να διακηρύσσουν την επιστροφή στη γλώσσα του Σαίξπηρ, του Τσώσερ ή, γιατί όχι, του Μπέοβουλφ. Η αυτοπεποίθηση που λέγαμε πηγάζει από την απλήν επίγνωση του ακατάβλητου δυναμισμού της αγγλικής: πρόκειται για γλώσσα που ποτέ της δεν εδίστασε να υιοθετήσει και να ενσωματώσει ξένα συστατικά, κυρίως λεξιλογικά (βοηθάει βέβαια σ’ αυτό και η ακλισία της), με αποτέλεσμα τούτη την εκθαμβωτικήν ακρίβεια της σημερινής αγγλικής, που τη θαυμάζουμε όλοι — πρώτος και καλύτερος εγώ που σας ιστορώ.
Βαστάτε τ’ άρματα, ελληνολάτρες: πριν να μ’ αρχίσετε στις γλήγορες, κάντε πρώτα μια σύγκριση με τη δική μας συμπλεγματική στάση απέναντι στη γλώσσα μας, την τρισχιλιετή και την ενιαία. Το μαράζι που μας τρώει, άλλους φανερά και τρανταχτά κι άλλους ιεροκρυφίως, είναι να ξορ(κ)ίσουμε οτιδήποτε κινδυνεύει να μας θυμίσει πως η ελληνική πέρασε από πάμπολλες κρησάρες αλλόγλωσσες — φράγκικες, βενετσιάνικες, τουρκικές, γαλλικές και πάει λέγοντας. Ξεχνούμε βέβαια πως κι η δική μας η γλώσσα, σε αλλοτινές εποχές που είχε αυτοπεποίθηση και δυναμισμό ανάλογο με της σύγχρονης αγγλικής, απορροφούσε αδίσταχτα όσα μη ελληνικά στοιχεία τής χρειάζονταν. Τι κάπαρη και τι σαργός και τι κόλιαντρος (κορίαδνος ήδη στις μυκηναϊκές πινακίδες της Κνωσσού, της Πύλου και των Μυκηνών, έγινε αργότερα κορίανδρος και εξευγενίστηκε κι αυτός εσχάτως σε κολίανδρο από τις πωλήτριες του Βασιλόπουλου), τι χρυσός και τι γείσο και τι παράδεισος: αν αρχίσουμε να μετράμε τις κοινόχρηστες λέξεις που υιοθέτησε η ελληνική τον καιρό που αισθανόταν δυνατή και ακμαία, δεν τελειώνουμε ούτε αύριο. Οι καθαριστές, οι γλωσσαμύντορες, οι Πλεύρηδες και οι Αδώνιδες, όλοι τελοσπάντων αυτοί οι ανησυχούντες που έχουνε βαλθεί να επαναφέρουν την ελληνική στο αρχαίον κάλλος της, είναι οι ίδιοι τα πιο αδιάψευστα τεκμήρια της γλωσσικής παρακμής μας.
Update: Κατά αγαθή σύμπτωση, άρθρο για το ίδιο θέμα δημοσίευσε σήμερα ο Φοίβος Παναγιωτίδης. Δείτε το: τα λέει καλύτερα — που θα πει: πληρέστερα και νηφαλιότερα. 

Read Full Post »