Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 16 Δεκεμβρίου 2007

ΜΠΑΣΤΑΡΔΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

Διαβάζω στους New York Times τη βιβλιοκρισία του Edward Hirsch για μια καινούργια μετάφραση του Sir Gawain and the Green Knight. Πρόκειται για μυθιστορηματικό αφήγημα του αγγλικού δέκατου τέταρτου αιώνα, γεμάτο ιππότες, τέρατα και δε συμμαζεύεται.

Για τον ανώνυμο συγγραφέα ο βιβλιοκριτικός δεν έχει παρά δυο λόγια να πει: «He was a contemporary of Chaucer and a master of our mongrel English tongue». Προσέξτε, προσέξτε αυτό το τελευταίο: «and a master of our mongrel English tongue»! Mongrel παναπεί, λίγο πολύ, «κοπρίτης», σκυλί ακαθόριστης ράτσας, το αντίθετο του καθαρόαιμου. Ω του παραδόξου θαύματος, δηλαδή: με πέντε λεξούλες ο Hirsch ανακηρύσσει την αγγλική γλώσσα –τη δική του γλώσσα, «our tongue» λέει– ΚΑΙ μπάσταρδη / κοπρίτισσα / αγνώστου πατρός ΚΑΙ άξια να τραγουδηθεί από μάστορες, τεχνίτες περιωπής, μαιτρ. Άλλωστε, και το «σύγχρονος του Τσώσερ» (he was a contemporary of Chaucer) ως έμμεσος έπαινος του ανώνυμου συγγραφέα πρέπει να νοηθεί.
Μου έκανε πάντοτε εντύπωση η γλωσσική αυτοπεποίθηση των αγγλόφωνων συγγραφέων, όχι μόνο των ηγεμονικών αγγλοαμερικανών, αλλά και των περιφερειακών — του Ντέρεκ Ουόλκοτ, για παράδειγμα, που η ποίησή του αναμειγνύει τα εξαίσια αγγλικά του Τέννυσον με τα αδιάγνωστα πατουά των Δυτικών Ινδιών, κι ωστόσο σου κόβει (ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ) την ανάσα με τη δραστικότητά της, με «την ευτυχία της σωστής λέξης». Η τέτοια αυτοπεποίθηση δεν εκπηγάζει από κανένα γλωσσικό μύθο περί φυλετικής καθαρότητος της αγγλικής, περί αδιαλείπτου τρισχιλιετούς συνεχείας και τα όμοια. Ούτε και συνάντησα ποτέ στα διαβάσματά μου γλωσσαμύντορες ή αρχαιόπληκτους αγγλόφωνους που να διακηρύσσουν την επιστροφή στη γλώσσα του Σαίξπηρ, του Τσώσερ ή, γιατί όχι, του Μπέοβουλφ. Η αυτοπεποίθηση που λέγαμε πηγάζει από την απλήν επίγνωση του ακατάβλητου δυναμισμού της αγγλικής: πρόκειται για γλώσσα που ποτέ της δεν εδίστασε να υιοθετήσει και να ενσωματώσει ξένα συστατικά, κυρίως λεξιλογικά (βοηθάει βέβαια σ’ αυτό και η ακλισία της), με αποτέλεσμα τούτη την εκθαμβωτικήν ακρίβεια της σημερινής αγγλικής, που τη θαυμάζουμε όλοι — πρώτος και καλύτερος εγώ που σας ιστορώ.
Βαστάτε τ’ άρματα, ελληνολάτρες: πριν να μ’ αρχίσετε στις γλήγορες, κάντε πρώτα μια σύγκριση με τη δική μας συμπλεγματική στάση απέναντι στη γλώσσα μας, την τρισχιλιετή και την ενιαία. Το μαράζι που μας τρώει, άλλους φανερά και τρανταχτά κι άλλους ιεροκρυφίως, είναι να ξορ(κ)ίσουμε οτιδήποτε κινδυνεύει να μας θυμίσει πως η ελληνική πέρασε από πάμπολλες κρησάρες αλλόγλωσσες — φράγκικες, βενετσιάνικες, τουρκικές, γαλλικές και πάει λέγοντας. Ξεχνούμε βέβαια πως κι η δική μας η γλώσσα, σε αλλοτινές εποχές που είχε αυτοπεποίθηση και δυναμισμό ανάλογο με της σύγχρονης αγγλικής, απορροφούσε αδίσταχτα όσα μη ελληνικά στοιχεία τής χρειάζονταν. Τι κάπαρη και τι σαργός και τι κόλιαντρος (κορίαδνος ήδη στις μυκηναϊκές πινακίδες της Κνωσσού, της Πύλου και των Μυκηνών, έγινε αργότερα κορίανδρος και εξευγενίστηκε κι αυτός εσχάτως σε κολίανδρο από τις πωλήτριες του Βασιλόπουλου), τι χρυσός και τι γείσο και τι παράδεισος: αν αρχίσουμε να μετράμε τις κοινόχρηστες λέξεις που υιοθέτησε η ελληνική τον καιρό που αισθανόταν δυνατή και ακμαία, δεν τελειώνουμε ούτε αύριο. Οι καθαριστές, οι γλωσσαμύντορες, οι Πλεύρηδες και οι Αδώνιδες, όλοι τελοσπάντων αυτοί οι ανησυχούντες που έχουνε βαλθεί να επαναφέρουν την ελληνική στο αρχαίον κάλλος της, είναι οι ίδιοι τα πιο αδιάψευστα τεκμήρια της γλωσσικής παρακμής μας.
Update: Κατά αγαθή σύμπτωση, άρθρο για το ίδιο θέμα δημοσίευσε σήμερα ο Φοίβος Παναγιωτίδης. Δείτε το: τα λέει καλύτερα — που θα πει: πληρέστερα και νηφαλιότερα. 

Read Full Post »