Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουλίου 2008

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΑΤΕ!

Επιτέλους ο Τιπούκειτος προκοπήθηκε (με ασύγγνωστη καθυστέρηση) να γράψει δυο λόγια για τα εκτενή και, όπως πάντα, εμπεριστατωμένα σχόλια που άφησε ο Γιάννης Χάρης σε προηγούμενο ποστ σχετικό με την ορθογραφία της νέας ελληνικής. Θεώρησε μάλιστα καλό να παραθέσει εδώ, λέξη προς λέξη, τα κυριότερα σημεία 
της παρέμβασης του ΓΗΧ και να τα σχολιάσει δεόντως – ή τελοσπάντων να τα σχολιάσει, δεόντως ξεδεόντως. Αρχίζουμε λοιπόν, παραθέτοντας πρώτα τις παρατηρήσεις του ΓΗΧ και έπειτα τα ψελλίσματα του Τιπούκειτου.

Γράφει ο ΓΗΧ:

πόπο, πόσο άργησα, αλλά ευτυχώς, από μιαν άποψη, γιατί έτσι τα ’παν όλα οι άλλοι, μας είπε κι ο τιπούκειτος πως «τις σκέψεις [τ]ου στο ποστ τις διατύπωσ[ε] με μεγαλύτερη πεποίθηση απ’ όση πραγματικά διαθέτ[ει]» –τι του λές τώρα! Εν πάση περιπτώσει, αφού τα θέματα μάλλον καλύφθηκαν, ας βάλω τη σάλτσα μου εγώ, μια και το υποσχέθηκα, λίγο τρομοκρατικά και ανελέητα, είν’ η αλήθεια, για τον οικοδεσπότη μας, που όμως παρατιπουκείτισε αυτήν τη φορά :-)


Λέει ο Τιπούκειτος:
Ε, τα είπαμε, να μην τα ξαναλέμε τώρα: ήμουνα κι εγώ λίγο παραπάνω προκλητικός, για να εξάψω τους ευέξαπτους και να γίνει λίγο νταλαβέρι φιλολογικό. Όπως διαπιστώνουμε, το κόλπο πέτυχε: τέτοιος σεφτές δεν έχει ξαναματαγίνει στο μπλογκ!

Ο ΓΗΧ περνάει τώρα στην επίθεση:
1. «ο τόνος των αντωνυμιών»: δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο τόνος είναι λύση, αναρωτιέμαι ωστόσο πόσο διδακτός είναι ένας τέτοιος κανόνας, σίγουρα παρωνυχίδα σε σχέση με τους κανόνες του πολυτονικού, που όμως αντιστρατεύεται τη λογική του μονοτονικού, αυτού που καθιερώθηκε, μια λογική που θέλησε και ρεαλιστική να είναι και κατά το δυνατόν ανώδυνη.

Όταν προκρίθηκε το συγκεκριμένο μονοτονικό πολλοί είχαμε ξενιστεί, καθώς μονοτονικό ώς τότε εννοούσαμε το «της Θεσσαλονίκης», με το ενωτικό δηλαδή. Ο Λίνος ο Πολίτης έλεγε (νομίζω πως το είχε γράψει κιόλας σε κάποια επιφυλλίδα του) ότι αυτό το ημίμετρο με τον περιστασιακό τόνο είναι σαν οδικό δίκτυο χωρίς σήμανση: οδηγείς και, αν νομίζεις πως μπορεί να ’ρχεται άλλο αυτοκίνητο, τότε κάνεις στοπ. Και όχι απλώς είχαμε ξενιστεί, αλλά ώς ένα βαθμό και απογοητευτεί: προσωπικά περίμενα να μπαλωθούν με το μονοτονικό οι τρύπες που άφηνε στο πολυτονικό η έλλειψη της βαρείας (π.χ. αιτιολογικό και ερωτηματικό γιατί, κτλ.). Οπότε, μάλλον εχθρικά αντιμετώπισα το νέο μονοτονικό. Επέμεινα έτσι, παρόλο που συνέχεια τα βάζω με τις γιωταχί ορθογραφίες, να τονίζω το ώς (=μέχρι), το δεικτικό νά, το ορκωτικό μά, το προτρεπτικό (και σπανιότερα διαζευκτικό) γιά (που αυτά πάντως εύκολα θα τα αντιμετώπιζε ένας απλός κανόνας, καθώς μάλιστα εμφανίζονται αραιά και πού), και προπάντων να κοτσάρω τόνους στις αντωνυμίες, με το σκεπτικό άλλωστε πως ένας παραπανίσιος τόνος δε βλάφτει, ενώ ένας λιγότερος μπορεί να δημιουργεί πρόβλημα. 



Με τον καιρό είδα με έκπληξη πως αρχίζω να συνηθίζω, βρισκόταν και κάνας διορθωτής και μου πετούσε μπόλικους τέτοιους τόνους, στην αρχή δυσφορούσα, έπειτα άρχισα να σκέφτομαι, γενικότερα, πως όλα αυτά ουσιαστικά είναι αναγνωστικές δυσκολίες δικές μας, των πολυγραμματιζούμενων, που έχουμε άλλον, επαγγελματικό, διεστραμμένο (με και χωρίς εισαγωγικά) τρόπο να διαβάζουμε, και δεν υφίστανται για έναν μέσο εγγράμματο αναγνώστη (και όχι μόνο). Χωρίς να μπορώ να πω ότι συμφιλιώθηκα πλήρως με το επίσημο μονοτονικό, κατάλαβα, νομίζω, τη -–σοφή, θα πω τώρα, αυτοκριτικά– λογική του, ιδίως για μεταβατική ας πούμε περίοδο.




Τώρα, αν το δούμε έτσι, δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως πέρασε αυτή η μεταβατική περίοδος και μπορεί να υιοθετήσει πια κανείς (αν πάντως έχει νόημα να εισαγάγει στοιχεία ξένα) ένα εντελέστερο μονοτονικό, με το ενωτικό π.χ. (το σπίτι-μου) ή, ακόμα καλύτερα, με κολλημένο το εγκλιτικό (το σπίτιμου), όπως στα ιταλικά.

Υπενθυμίζω ότι ο Ελισαίος Γιανίδης τύπωσε το πρώτο μισό από το βιβλίο του Γλωσσικά Πάρεργα με ενωτικό και τόνο στις λέξεις που τονίζονται στη λήγουσα και το δεύτερο μισό με κολλημένο το εγκλιτικό και χωρίς τόνο στις λέξεις που τονίζονται στη λήγουσα. Το μονοτονικό με το ενωτικό, εκτός από τον Κακριδή, το εφάρμοσε π.χ. και ο Καρθαίος, και γενικότερα, όπως είπα, οι της Θεσσαλονίκης: από κει το κρατάει και ο Αλέξης Πολίτης, όπως επισημαίνει εδώ ο kostandis· το κολλημένο εγκλιτικό το εφάρμοσε ο Καζαντζάκης.

Τον Τάσιο, άσ’ τον στα δικά του, τιπούκειτε: εκτός απ’ το ενωτικό, αυτός χρησιμοποιεί ένα γιωταχί σύστημα, που έχει προφανώς να κάνει με τον επιτονισμό: «δέν [=με τόνο] πειράζει άν [=με τόνο] παραβαίνομε τις δημοκρατικές αρχές, αν [=χωρίς τόνο] δέν [=με τόνο] ρωτάμε τον Λαό» γράφει π.χ. στο κυριακάτικο Βήμα 13.8. Σαφώς συνεπέστερο με τον επιτονισμό σύστημα, συν το ενωτικό επίσης, εισηγείται και εφαρμόζει ο Πετρούνιας: ανεδαφικό όμως και πάλι, κατά την άποψή μου, και οπωσδήποτε μη διδακτό! (Προς αυτή την κατεύθυνση πάντως δείχνει και η παρατήρησή σου ότι το ερωτηματικό ποιος τονίζεται, και άρα πρέπει να κρατήσει τον τόνο του: συμμαζέψου, τιπούκειτε!)



Ο Τιπούκειτος (συμ)μαζεύεται, ζαρώνει σε μια ακρίτσα και ψελλίζει:
Πράγματι, η λογική του μονοτονικού, έτσι όπως διδάσκεται και εφαρμόζεται σήμερα, είναι απλούστατη και ανώδυνη. Οπωσδήποτε όμως η αντίρρηση του Λίνου Πολίτη (που δεν την είχα υπόψη μου) έχει σημασία: ενώ δηλαδή ο κανόνας «τα μονοσύλλαβα δεν τονίζονται» (παρεχτός όταν υπάρχει κίνδυνος ασάφειας) είναι προφανώς ό,τι πιο εύκολο να διδαχτεί, φοβάμαι ότι, όπως προσπάθησα να πω και στο ποστ, συσκοτίζει την πραγματική και ουσιαστική λειτουργική διάκριση ανάμεσα κτητικά του/της αφενός και στις προσωπικές αντωνυμίες τού/τής αφετέρου. Θέλω να πω ότι άλλη είναι η συντακτική λειτουργία των μεν και άλλη των δε, και ότι αυτή η διαφορά είναι χρήσιμο (και παιδαγωγικά σκόπιμο, νομίζω) να δηλωθεί και ορθογραφικά.

Ιδιαίτερα πολύτιμη —και σε ευχαριστούμε γι’ αυτήν, Γιάννη!— είναι η αναδρομή στην ιστορία του ζητήματος (Γιανίδης, Καρθαίος, Καζαντζάκης, Α. Πολίτης), για την οποία εγώ προσωπικά είχα εντελώς νεφελώδη εικόνα. Καλά που υπάρχουν και τα μπλογκ (και κυρίως τα σχόλια στα μπλογκ) δηλαδή, και ανοίγουνε τα μάτια μας! Μια σχολαστική λεπτομέρεια: το κολλημένο εγκλιτικό (το σπίτιμου) ίσως θα δημιουργούσε προβλήματα στην περίπτωση π.χ. του ο πατέρασσου (ή μήπως ο πατέραςσου;), της μητέρασσου (ή μήπως της μητέραςσου😉 κτλ.

Ο ΓΗΧ συνεχίζει ακάθεκτος:
2. «συνίζηση» (συμφωνοποίηση) του /i/ (πού ’σαι, τιπούκειτε, να δεις τα εισαγωγικά του τιπούκειτου!): 

πρώτον, άσ’ τον Σημίτη να προφέρει «πχιότητα»: είναι από τις στιγμές που τον κάνουν πιο ανθρώπινο· όπως «αφήνω» π.χ. εγώ από την άλλη μια στενή μου φίλη, που πιο εγγράμματη δε γίνεται, να προφέρει συστηματικά, άγνωστο γιατί: χιλϊόμετρα, Νϊάρχος (ή χιλι-όμετρα και Νι-άρχος, όπως θα ’θελε ο τιπούκειτος, αλλά μην τον ακούς αυτόν!)· και αναφωνώ, μαζί με τον sraosha, μη μας γεμίζεις, τιπούκειτε, τον τόπο με παύλες και ενωτικά, που συν τοις άλλοις δημιουργούν και μικροπροβλήματα στην τυπογραφία. 



Τα λόγια είναι ίσως η μόνη περίπτωση που -–σπανιότατα και πάλι– ενδέχεται να δημιουργήσει σύγχυση: να μπερδευτούν δηλαδή τα λόγια του αέρα με τα λόγϊα στοιχεία της γλώσσας, και σίγουρα σε περιβάλλον που δεν έχει να κάνει με γλώσσα κτλ. Εκεί τα διαλυτικά, και πάλι κατ’ εξαίρεση, αρκούν, όπως σημειώνει ο φίλος Σαραντάκος, τα χρησιμοποιώ κι εγώ κάποιες φορές (μία μόνο φορά, και μόνο για επεξήγηση σε παράδειγμα, μου χρειάστηκαν –ή έτσι νόμισα– στο βϊάστηκε, κατ’ αντιδιαστολή προς το βιάστηκε).

Αλλιώς, γιά φαντάσου: χρόνια (που περνούν) και χρόνι-α (προβλήματα)· στοιχειό, στοιχειώνω και στοιχει-ώδες· και το κυριότερο: διαταγή και δι-αταγή, ή διατάζω και δι-ατάζω κτλ., αφού εναλλάσσονται οι δύο τύποι, μπορεί κάλλιστα και στον ίδιο ομιλητή!

Για να δούμε τώρα πώς θα τα βγάλει πέρα ο Τιπούκειτος:
Πρώτα και κύρια, όσα «πχιότητα» και να πει ο Σημίτης, αποκλείεται να γίνει πιο ανθρώπινος. Ως γνωστόν, τον Σημίτη δεν τον γέννησε μάνα: τον κατασκεύασαν γερμανοί τεχνικοί της Μίζενς συναρμολογώντας μέλη νεκρών σοσιαλιστών.

Κατά τα άλλα, νομίζω ότι τα παραδείγματά σου (βιάζω και βϊάζω, χρόνια και χρόνϊα, στοιχειώνω και στοιχει-ώδης· προσθέτω το τελειότητα και το τελειώνω) δείχνουν ότι υπάρχει πραγματική ανάγκη να διακριθεί ορθογραφικά το συμφωνοποιημένο από το «ασυνίζητο» (ναι, με εισαγωγικά!) γιώτα. Εγώ θα προχωρούσα παραπέρα και θα έλεγα ότι έχει νόημα να γράψουμε τροχϊά, ανϊαρός και δϊάλογος, για να αναστείλουμε προφορές του τύπου τροχjά, ανjαρός και δjάλογος. Ακόμη και το λαϊκότροπο διαταγή έχει νόημα να το αντιδιαστείλουμε ορθογραφικά από το δϊαταγή, νομίζω. Και πάλι βέβαια προκύπτει το δυσεπίλυτο πρόβλημα της συμφωνοποίησης του /i/ που προέρχεται από παλιές διφθόγγους: πώς θα σημανθεί ορθογραφικά η ενδεδειγμένη προφορά του ποιότητα ή του στοιχειώδης;

Ο ΓΗΧ, που μέχρι τώρα έκανε προθέρμανση, μπαίνει στο ψαχνό:
3. «τα ηχηρά στιγμιαία σύμφωνα στις ξένες λέξεις (και τα έρρινα στις ελληνικές)»:

για τον Πρόνdι, μικρό το κακό, για να μην πω τίποτα απρεπέστερο, με το γνωστό δυσώδες ρήμα· το ίδιο κι αν θα προφερθούν σωστά τα b-mb-mp κτλ. Σίγουρα χρειάζεται θεωρητικά εμπλουτισμό το αλφάβητό μας, πράγμα όμως ανεδαφικό, κατά την άποψή μου· ίσως τα επιστιγμένα β, γ, δ, με μια τελεία δηλαδή αποπάνω ή κάποιο άλλο σημαδάκι, για να δηλώσουν αντίστοιχα τα b, g, d, όπως είχε κάνει παλιά η εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη, είναι μια κάποια λύση, αλλά και πάλι για έργα όπως εγκυκλοπαίδειες και λεξικά, κάτι σαν τα phonetics δηλαδή. 


Γιατί το θέμα είναι γενικότερο· και εδώ παραπέμπω στον… τιπούκειτο, όταν γράφει στα σχόλια: «η προφορά, λ.χ., έbαινε, αgίστρι, πάdοτε είναι καθόλα νόμιμη στα ιδιώματα της Κρήτης και ορισμένων νησιών του Αιγαίου, καθώς και σε αρκετά βόρεια ιδιώματα», με πρώτο της Αττικής, προσθέτω εγώ, που σημαίνει πολλά για την τάση να χαθεί η προερρινοποίηση, όπως γράφει και ο τέττιξ. 




Ας σημειωθεί ότι αυτή η έντονη, πιστεύω εγώ, τάση ενισχύεται κατά κάποιον τρόπο και από το συλλαβισμό της σχολικής γραμματικής (στην τελευταία της αναθεώρηση) που δεν χωρίζει τα μπ, ντ, γκ, όπως παλιά, στο αμ-πέλι π.χ., και τώρα έχει: α-μπέλι. Η ρύθμιση αυτή έγινε έπειτα από διαμαρτυρίες δασκάλων προς το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο πως δεν ξεχωρίζουν τις περιπτώσεις του b στον μπαμπά και του mb στο αμπέλι. Το είχα σημειώσει κάποτε αυτό επικριτικά για τους δασκάλους· τώρα βλέπω πως έχουν δίκιο. Και να εξομολογηθώ ότι, με όλες τις ορθοφωνίες μου, αρκετές φορές με συλλαμβάνουν φίλοι να βορειοϊδιωματίζω, και μόνος μου με τσακώνω πια να υπερδιορθώνω (όπως σωστά χαρακτηρίζει ο τέττιξ), όχι μόνο στο στούνdιο αλλά ακόμα και στο mbαστούνι –αδιανόητο, καθώς το μπ=b είναι στην αρχή της λέξης!

Γενικότερα, σε μια γλώσσα όπως η δική μας, με πλείστα όσα προβλήματα αναντιστοιχίας προφοράς και γραφής, αυτά δεν νομίζω ότι είναι από τα κρισιμότερα. (Κι ας μην πιάσουμε και τον συλλαβισμό, όπου μας έβγαλαν τα παραπάνω, με το α-βγό πλάι στο αυ-γό, δηλαδή av-go [!], όπως και πα-λεύ-ουν, δηλαδή pa-lev-oun, παρασπονδία δηλαδή στον αλλοπρόσαλλο έτσι κι αλλιώς συλλαβισμό μας, όπου πάλι συλλαβίζουμε αλ-λά, ή πιο εύλογα τάχα έρ-χο-μαι: έ-ρχο-μαι θα συλλαβίσει αυθόρμητα ένα παιδί.)

Εδώ σε θέλω, Τιπούκειτε, να περπατάς στα κάρβουνα:
Καταρχάς, μια παρατήρηση επί της αρχής, που λένε. Γιατί είναι ανεδαφικό να ζητεί κανείς εμπλουτισμό του αλφαβήτου, αφού μάλιστα παραδεχόμαστε (έστω και «θεωρητικά») ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο; Στο κάτω κάτω δεν θα είναι η πρώτη φορά που το ελληνικό αλφάβητο αναπροσαρμόζεται: το έκανε κι όταν εγκατέλειψε τη Γραμμική Β για την αλφαβητική γραφή, το έκαναν κι οι Αθηναίοι το 403 π.Χ. όταν δέχτηκαν και επισήμως (γιατί ανεπισήμως το είχαν δεχτεί προ πολλού) να εμπλουτίσουν το φωνολογικά ανεπαρκές αττικό αλφάβητο με στοιχεία του ιωνικού αλφαβήτου, κι έτσι έχουμε εμείς σήμερα το ήτα και το ωμέγα να μας σπάνε τα νεύρα (τι οραία που θα ίτανε να γράφαμε χορίς ίτα και ομέγα, ε;). Αν θα χρησιμοποιήσουμε επιστιγμένα β, γ, δ ή λατινικά b, g, d λίγη σημασία έχει: το ουσιώδες είναι να παραδεχτούμε ότι υπάρχει πραγματική ανάγκη για τέτοια αναπροσαρμογή.

Από την άλλη, όπως επισήμανε και ο Δρ Μωσής στα σχόλια, οι νεώτερες ηλικίες έχουν την τάση να καταργούν την προερρίνωση των ηχηρών κλειστών, είτε σε περιβάλλον εντός της λέξης είτε σε συνεκφορές. Επίσης, καταπώς δείχνουν τα πράματα, η διατήρηση της προερρίνωσης γίνεται αισθητή όλο και περισσότερο ως φωνητικός σνομπισμός. Άκουγα τις προάλλες το Της γης το χρυσάφι, και μισοαστεία μισοσοβαρά άρχισα να καταγράφω πώς προφέρανε ο Μητσιάς και η Γαλάνη τα καταρχήν προερρινωμένα σύμφωνα. Ε λοιπόν δεν βρήκα ούτε μία περίπτωση που να διατήρησαν την προερρίνωση αυτοί οι κατά τα άλλα προσεχτικοί και με άψογη άρθρωση τραγουδιστές. Δώστου «στηBάρο» και «στη Σαdορίνη» και «τηGυριακή το βράδυ» ο Μητσιάς· δώστου κι η Γαλάνη «συdροφιά» και «στηgαρδιά» και «δεbορείς» (αν και διέκρινα μια υποψία προερρίνωσης στο «λα(n)gαδιά»). Η τάση λοιπόν που επισήμαναν τόσοι και τόσοι σχολιογράφοι (και εμφαντικότατα ο ΓΗΧ) είναι πραγματική και χρονολογείται από τη δεκαετία του ’70 το αργότερο! Αλλά και πάλι, όπως έχω γράψει κάμποσες φορές στα σχόλια, η επίσημη ορθογραφία είναι κατανάγκη και αναπόφευκτα ρυθμιστική. Αν αποφασίσουμε ότι έχει νόημα να διατηρηθεί ή να ενισχυθεί ή τελοσπάντων να νεκραναστηθεί η προερρίνωση, τότε δεν θα ήταν ούτε παράλογο ούτε ασυνεπές να προσαρμόσουμε την επίσημη ορθογραφία αναλόγως.

Ούτε και τώρα είναι σίγουρος ο Τιπούκειτος πως έπιασε την ουσία του προβλήματος. Είναι όμως σιγουρότατος πως η ουσιαστική παρέμβαση του Γιάννη Χάρη έθεσε το πρόβλημα στις σωστές του διαστάσεις, έθιξε ευρύτερα ζητήματα που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη (όπως π.χ. του συλλαβισμού) και, βεβαίως, έδωσε πολύτιμες πληροφορίες για το ιστορικό υπόβαθρο της ορθογραφίας των εγκλιτικών στη νεοελληνική. Ο Τιπούκειτος θα αποσυρθεί για περισυλλογή και ενδεχομένως να επανέλθει επί του θέματος, με κίνδυνο βεβαίως να ξαναεκτεθεί. Καλά που είναι ανώνυμος δηλαδή (ή έτσι ελπίζει)…

Advertisements

Read Full Post »

ΚΡΥΦΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΑ

Ο Τιπούκειτος ακόμα δεν αξιώθηκε να στρωθεί να γράψει μια απάντηση της προκοπής στο εκτενές και εμπεριστατωμένο σχόλιο του Γιάννη Η. Χάρη (δείτε τα σχόλια αυτού εδώ του ποστ· το σχόλιο του ΓΗΧ αναρτήθηκε κατόρζ ζουιγιέ, στις 08:48 μ.μ.). Βλέπετε, έπεσε δουλειά, και ο κατά τ’ άλλα τεμπέλης και ανεπρόκοπος Τιπούκειτος αναγκάζεται (έξω από τ’ άλλα ελαττώματά του) να γίνει σήμερα και λογοκλόπος. Σας προτείνει λοιπόν να διαβάσετε ένα εξόχως ενδιαφέρον κείμενο του ΓΗΧ, που το έγραψε, νομίζω, παίζων άμα τε και σπουδάζων. Θα δείτε, μεταξύ άλλων, πώς οι εθνικοί μύθοι, ιδίως όταν είναι από μιας αρχής ασόβαροι, καταλήγουν έπειτα από λίγο να γίνουν υλικό για ανέκδοτα.

Ο μύθος του Κρυφού Σχολειού (γιατί περί αυτού πρόκειται) έχει κονιορτοποιηθεί πολλαπλώς και επανειλημμένα. Όπως όλοι οι μύθοι όμως (κυρίως αυτοί που μας κολακεύουν ως άτομα ή ως σύνολα), θα αργήσει πολύ να πεθάνει, καθώς φαίνεται.

Θα ήταν περιττό, νομίζω, να επαναληφθούν εδώ τα βασικότερα επιχειρήματα που δείχνουν πόσο έωλος (διορθώθηκα, βλέπετε) είναι ο μύθος του Κρυφού Σχολειού: τα έχει άλλωστε εκθέσει ο ΓΗΧ σε παλιότερο δημοσίευμά του. Θα ήθελα απλώς να προσθέσω ένα πετραδάκι στο ήδη στερό οικοδόμημα των πολέμιων του μύθου.

Από τα ελληνιστικά κιόλας χρόνια, κυρίως όμως στην ύστερη αρχαιότητα και στο Bυζάντιο σχηματίστηκαν συλλογές γνωμικών (μονόστιχων ως επί το πλείστον) που κυκλοφορούσαν με το όνομα του Mενάνδρου ―Mενάνδρου Γνώμαι Mονόστιχοι είναι ο συμβατικός τίτλος που αποδίδουμε σήμερα συλλήβδην στις συλλογές αυτές― χωρίς βεβαίως να ανήκουν πάντοτε σε κείνον. Οι συλλογές αυτές περιέχουν γνήσιο μενάνδρειο υλικό ανάμικτο με σταχυολογήματα από τον Eυριπίδη ή από άλλους τραγικούς και κωμικούς ποιητές, ακόμη και με δασκαλίστικα κατασκευάσματα. Aυτής της δεύτερης κατηγορίας οι συλλογές χρησιμοποιήθηκαν εκτενέστατα στην ελληνική εκπαίδευση, όχι μόνο στο Bυζάντιο και στην Tουρκοκρατία, αλλά ακόμη και ώς το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Mε τον τρόπο αυτό κάποια από τα γνωμικά τούτων των συλλογών κατάντησαν παροιμίες στο στόμα ακόμη και των ημιεγγράμματων: «δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται», «έστιν Δίκης οφθαλμός, ος τα πανθ’ ορά», «γελα δ’ ο μώρος, καν τι μη γελοίον η». Aκόμη και ο Aπόστολος Παύλος, που παραθέτει σε μιαν από τις επιστολές του το περίφημο μενάνδρειο «φθείρουσιν ήθη χρήσθ’ ομιλίαι κακαί», φαίνεται ότι γνώριζε το ρητό όχι από προσωπική ανάγνωση του Mενάνδρου, αλλά από κάποιο γνωμολόγιο, από το οποίο θα διδάχτηκε γράμματα στα μαθητικά του χρόνια.

Στο πλαίσιο του προγράμματός του για αναδιάρθρωση της ελληνικής εκπαίδευσης ο Aδαμάντιος Kοραής θα καταδικάσει το 1805, στο περίφημο μανιφέστο του Στοχασμοί αυτοσχέδιοι περί της ελληνικής παιδείας και γλώσσης, το ανόητο ή και επιβλαβές περιεχόμενο πολλών από τις μονόστιχες αυτές γνώμες. Παραθέτω από το Αδ. Κοραή, Προλεγόμενα στους αρχαίους έλληνες συγγραφείς και η αυτοβιογραφία του (Αθήνα, ΜΙΕΤ 1986) 155 κ.ε., εκσυγχρονίζοντας την ορθογραφία:

«Kαθώς την σήμερον παραδίδονται εις πολλά σχολεία οι συγγραφείς, είναι απορίας άξιον, ότι εξέρχονται καμμίαν φοράν απ’ αυτά νέοι στολισμένοι με χρηστά ήθη. Tο πρώτον μάθημα είναι αι μονόστιχοι γνώμαι του Xρυσολωρά [ο Kοραής ακολουθεί εδώ εσφαλμένα τη συνηθισμένη τον 18ο αι. απόδοση των γνωμών στον βυζαντινό λόγιο Mανουήλ Xρυσολωρά], ήγουν συλλογή χωρίς κρίσιν πολλών ωφελίμων γνωμών, μεμιγμένων με πολλάς άλλας, ή παντάπασιν ανοήτους, ή και βλαβεράς και προετοιμαστικάς εις την κακίαν. Tο ατοπώτερον είναι, ότι πολλάκις εις το αυτό κεφάλαιον περί του αυτού πράγματος συνηρμόσθησαν, δεν εξεύρω πώς, γνώμαι φανερά αντιφάσκουσαι, ήγουν από τας οποίας η μία λέγει το πράγμα λευκόν, η άλλη μαύρον, η μία χρήσιμον και αξιομίμητον η άλλη βλαβερόν και αποστροφής άξιον. Kαι αν άλλο κακόν δεν επροξένει η τοιαύτη αντίφασις, διά τούτο μόνον ότι είναι αντίφασις, δεν έπρεπε να παραδίδωται εις τους νέους, οι οποίοι εκείνας μόνας τας δόξας και κρίσεις των πραγμάτων πρέπει να διδάσκωνται, όσας συμφέρει εις αυτούς να έχωσιν, όταν φθάσωσιν εις την ανδρικήν ηλικίαν.»

Iδιαίτερα καυστικός είναι ο Kοραής απέναντι στις μισογυνικές γνώμες της συλλογής (κάποιες από τις οποίες έγιναν επίσης παροιμιώδης, λ.χ. θάλασσα και πυρ και γυνή τρίτον κακόν που συντομεύτηκε σε πυρ, γυνή και θάλασσα):

«Tοιαύται γνώμαι δυνατόν ίσως να χρησιμεύσωσιν εις διδάσκαλον, του οποίου σκοπός ήθελεν είσθαι να προπαιδεύση, διά της Eλληνικής γλώσσης, όλους αυτού τους μαθητάς εις την μοναχικήν ζωήν, εάν όμως τοιαύτη προπαιδεία δεν ήτον εναντία εις την Θρησκείαν, ήτις και τον γάμον εκήρυξε τίμιον και την κοίτην αμίαντον. Aλλ’ ο φρόνιμος και φίλος της αρετής διδάσκαλος, εις τον οποίον οι γονείς εμπιστεύθησαν τους υιούς των, διά να τους απολάβωσιν οπίσω αξίους διαδόχους, και στύλους της πατρικής ευτυχούσης οικίας, ή ανεγέρτας της πεσούσης, δεν έπρεπε να διδάσκη τοιαύτα τους νέους· εάν κατά δυστυχίαν τους πείση, τί άλλο δύναται να τους καταστήση παρά δυστυχείς και κακοδαίμονας ανθρώπους; … Kαι ποία μήτηρ, ή αδελφή, ήθελε με ευχαρίστησιν βλέπειν τον υιόν, ή τον αδελφόν της, να συχνάζη τα σχολεία, αν έξευρεν ότι εις αυτά διδάσκεται το κατά γυναικών ηλίθιον μίσος; Kαι ταύτα μεν ας υποτεθώσι μόνον ηλίθια· αλλ’ όταν εις αυτά προσθέτη ο σοφός διδάσκαλος και ότι,

Γυναίκα θάπτειν κρείσσόν εστιν ή γαμείν,

διά τι δεν αισθάνεται ότι κάμνει το σχολείον του παιδευτήριον τυραννίας, και ζητεί να καταστήση τους μαθητάς του Nέρωνας ή Φαλάριδας; Tί παράδοξον, εάν τοιούτον τι μάθημα της νεαράς του ηλικίας ενθυμήθη και ο Nέρων, οπόταν εθανάτωσε και την μητέρα, και την γυναίκα του;»

Φλυάρησα όμως και πιθανότατα ο αναγνώστης δεν έχει αντιληφθεί τι σχέση μπορεί να έχουν όλα τούτα με το Κρυφό Σχολειό. Πρώτον, ας προσέξουμε ότι ο Κοραής τα γράφει αυτά το 1805, δηλαδή δεκάξι ολόκληρα χρόνια πριν από την Επανάσταση. Δεύτερον, θυμίζω πως ο Κοραής ονομάζει τα ψευδομενάνδρεια μονόστιχα «αι μονόστιχοι γνώμαι του Xρυσολωρά», γιατί το 1512 οι Γνώμαι Μονόστιχοι εκ Διαφόρων Ποιητών, που είχαν πρωτοεκδοθεί από τον Ιανό Λάσκαρη το 1494 στη Φλωρεντία, τυπώθηκαν σε σύμμικτο τόμο που έφερε καταχρηστικά τον τίτλο του γραμματικού εγχειριδίου Ερωτήματα του Μανουήλ Χρυσολωρά, μολονότι περιείχε και αρκετά άλλα γραμματικά έργα. Αργότερα μάλιστα, το 1760, οι Γνώμαι Μονόστιχοι του «Μενάνδρου» τυπώθηκαν αυτοτελώς σαν έργο, δήθεν, του Μανουήλ Χρυσολωρά.

Ε και;, θα μου πείτε. Συνεχίζω για λίγο ακόμα, ελπίζοντας ότι σύντομα θα φανεί πού το πάω (ολοκληρώνω, κύριε πρόεδρε, ολοκληρώνω). Οι Γνώμαι του «Μενάνδρου» προορίζονταν, όπως είναι προφανές, για σχολική χρήση, αλλά δεν ήτανε, βέβαια, το μόνο τέτοιο εγχειρίδιο. Είναι γνωστό ότι σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ευρύτατη διάδοση γνώρισαν οι λεγόμενες Εγκυκλοπαιδείαι, δηλαδή ανθολογίες αρχαίων και βυζαντινών κειμένων με ιδιαίτερη έμφαση στη γνωμολογία και στην ηθοπλασία.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτών των συναγωγών είναι η τετράτομη Εγκυκλοπαιδεία Φιλολογική που συνέταξε ο Γυμνασιάρχης του περίφημου Φλαγγινιανού Μουσείου της Βενετίας Ιωάννης Πατούσας (1710)· ο πρώτος και ο τέταρτος τόμος περιέχουν, μεταξύ άλλων, τα Αποφθέγματα Βασιλέων και Στρατηγών του Πλουτάρχου, Αποφθέγματα Φιλοσόφων από τον Διογένη Λαέρτιο, γνωμικούς στίχους ερανισμένους από τον Θέογνη, το παραινετικό ποίημα του (ψευδο)Φωκυλίδη, τα πυθαγόρεια Χρυσά Έπη, καθώς και επιλογή γνωμών από τις ελεγείες του Σόλωνα. Παρομοίως, στο μεταγενέστερο κατά έναν αιώνα έργο του Στέφανου Κομμητά Εγκυκλοπαιδεία Ελληνικών Μαθημάτων, Γραμματικής, Ρητορικής και Ποιητικής (δώδεκα τόμοι, Βιέννη 1812-14) περιέχονται, μεταξύ άλλων, γνώμαι φιλοσόφων αντλημένες από τον Διογένη Λαέρτιο, αποφθέγματα από τον Πλούταρχο και γνώμαι παλαιών από το βυζαντινό ανθολόγιο του Στοβαίου.

Όταν λοιπόν ο Κοραής, στους Στοχασμούς αυτοσχέδιους, καταδικάζει το περιεχόμενο των γνωμών του «Χρυσολωρά», δεν καταγγέλλει μόνο το συγκεκριμένο εγχειρίδιο, αλλά απορρίπτει ένα ολόκληρο εκπαιδευτικό παράδειγμα, που επικράτησε λίγο πολύ στα ελληνικά σχολεία την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Ελληνικά σχολεία, είπα; Εμ βέβαια. Όλα αυτά τα εγχειρίδια, που τυπώνονταν από το τέλος του 15ου και ίσαμε τον 19ο αιώνα, στην ελληνική μαθητιώσα νεολαία απευθύνονταν — πού αλλού; Την τεράστια διάδοσή τους τη μαρτυρεί ακριβώς η βίαιη αντίδραση του Κοραή: το νεωτεριστικό πνεύμα του Διαφωτισμού διατηρεί βέβαια τη γνωμολογία στο κέντρο του εκπαιδευτικού συστήματος, την αποκαθαίρει όμως από καθετί που θα μπορούσε να ελεγχθεί επιλήψιμο με βάση τα ουμανιστικά κριτήρια του νέου πνευματικού κινήματος. Βλέπετε, τα σχολικά εγχειρίδια που συγκέντρωναν παντοδαπό γνωμικό υλικό για την ηθική βελτίωση των μαθητών (και για την εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης, βέβαια) υπήρχαν, σε έντυπη μορφή, ήδη από τον 15ο αιώνα, δηλαδή από την αρχή σχεδόν της Τουρκοκρατίας.

Ποιο Οκτωήχι, ποιο Ψαλτήρι και ποιο Κρυφό Σχολειό λοιπόν; Ας σοβαρευτούμε.

Read Full Post »

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ…

… Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ. Αδιάσειστες επιστημονικές αποδείξεις (με διευθύνσεις, ονόματα, δακτυλικά αποτυπώματα και τεστ ντιενέι) για την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της ελληνικής κλώσσας. Η ελληνική κλώσσα γονιμοποίησε όλες τις κλώσσες του κόσμου! 

Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε ΕΔΩ και ΕΔΩ.

Read Full Post »

ΤΟ ΚΟΜΠΟΛΟΪ ΤΟΥ ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΥ (HOMMAGE À SARANTAKOS)

Εδώ και κάμποσο καιρό ο Νίκος Σαραντάκος συγκεντρώνει τα μεταφραστικά μαργαριτάρια που πέφτουν στην αντίληψή του (ή που του στέλνουν) σε έναν κατάλογο με τον ευρηματικό τίτλο Το κομπολόι του δραγουμάνου. Μου συμβαίνει κι εμένα, όπως και σε πολλούς άλλους βέβαια, να αγαναχτώ μπροστά στην προχειρότητα με την οποία είναι καμωμένες πολλές μεταφράσεις, έντυπες και ηλεκτρονικές, αλλά δεν έχω τη μεθοδικότητα και την υπομονή του Σαραντάκου για να τις συγκεντρώνω. Ίσως όμως πρέπει ν’ αλλάξω τακτική, έστω και για να δώσω μόνο και μόνο επιπρόσθετο υλικό στον Νίκο.

Στη σημερινή (11/7/2008) Καθημερινή, λοιπόν, τσίμπησα ένα ωραίο, που δυστυχώς το βλέπω να επαναλαμβάνεται συχνά. Η είδηση αφορά απόφαση της γαλλικής δικαιοσύνης που αρνείται τη γαλλική υποηκοότητα σε Μαροκινή, με το αιτιολογικό ότι φοράει μπούρκα, είναι απόλυτα υποταγμένη στις βουλές του αντρός της, και εν γένει (έτσι λέει η Καθημερινή) «η «ριζοσπαστική» στάση της έναντι του Ισλάμ δε συνάδει με τις θεμελιώδεις αρχές της χώρας [δηλ. της Γαλλίας], μεταξύ των οποίων η ισότητα των δύο φύλων.»
Όπως θα έχετε ήδη υποψιαστεί, μου ανάψαν τα λαμπάκια με κείνο το «»ριζοσπαστική» στάση έναντι του Ισλάμ». Πρώτα πρώτα, τα εισαγωγικούλια προδίδουν, προφανώς, την αμηχανία του μεταφραστή, ο οποίος μάλλον υποψιάζεται αορίστως ότι το ριζοσπαστικός δεν είναι και η καλύτερη δυνατή μετάφραση του radical. Στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα, μάλιστα, το αποτέλεσμα είναι κωμικό: «ριζοσπαστική» θα ήταν η στάση της Μαροκινής έναντι του Ισλάμ αν αρνιόταν να φορέσει μπούρκα, αρνιόταν να υποταχτεί στον άντρα της, αρνιόταν τελοσπάντων να κάνει όσα πρέπει να κάνει μια καλή μουσουλμάνα. Αντιθέτως, η αίτηση της εν λόγω κυρίας για γαλλική υπηκοότητα απορρίφτηκε γιατί η αιτούσα δεν ήταν αρκετά «ριζοσπαστική έναντι του Ισλάμ», δηλαδή γιατί ήταν φανατική ή ακραία μουσουλμάνα.
Άντε, Νίκο, άλλη μια χάντρα στο κομπολόι σου, αν αγαπάς.

Read Full Post »

ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

O Τιπούκειτος, αντί να ρίξει καμιά βουτιά στη Μεσόγειο καλοκαιριάτικα (δεν έριξε), αποφάσισε να επιστρέψει δειλά δειλά στο μπλόγκιγκ. Τι δειλά δειλά, που τολμάει με το καλημέρα σας να βουτήξει στα βαθιά και άπατα της νεοελληνικής ορθογραφίας. Μη βαράτε, πατριώτες, που σας ζαλίζω με σαράντα βαθμούς υπό σκιά. Εδώ και καιρό όμως θέλω να μοιραστώ με τα αρίφνητα πλήθη που με διαβάζουν λίγες σκέψεις μου γύρω από την ορθογραφία της σύγχρονης γλώσσας και τις τροποποιήσεις που, ενδεχομένως, χρειάζεται. Δεν παριστάνω βέβαια (θεός φυλάξοι) τον ορθογραφικό μεταρρυθμιστή: θέλω απλώς να αναφερθώ –ακροθιγώς, καταπώς λεν– σε δυο τρία προβληματικά, κατά τη γνώμη μου, σημεία της καθιερωμένης, σχολικής ορθογραφίας. Ελπίζω ότι θα βρεθούν κι ένας δυο μαζόχες, να γράψουν τη γνώμη τους εκεί στα σχολιάκια, να γίνει λίγο νταλαβέρι φιλολογικό, μπας και ξεχάσετε τη ζέστη (εσείς στην Ελλάδα δηλαδή, γιατί εγώ στο Τορόντο μια χαρά δροσιές έχω).

Έχουμε και λέμε, λοιπόν.

Α. Ο ΤΟΝΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΩΝΥΜΙΩΝ
Σύμφωνα με την καθιερωμένη ορθογραφία, τη λεγόμενη σχολική, οι «αδύνατοι τύποι» (δηλ. οι εγκλιτικές μορφές) των προσωπικών αντωνυμιών (μου/σου/του, μας/σας/τους) τονίζονται μόνον όταν σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα υπάρχει κίνδυνος να τις πάρει κανείς για κτητικές. Έτσι, η σχολική γραμματική επιβάλλει να γράφουμε οι επισκέπτες μάς ζήτησαν να… όταν αναφερόμαστε σε επισκέπτες άγνωστους ή άσχετους με εμάς, που έτυχε να μας ζητήσουν κάτι· οφείλουμε όμως να γράφουμε οι επισκέπτες μας ζήτησαν να… όταν πρόκειται για δικούς μας επισκέπτες, επισκέπτες που τους φιλοξενούμε στο σπίτι μας, ξέρω ‘γώ.
Ο κανόνας αυτός είναι, νομίζω, τεχνητός. Επιπλέον, συσκοτίζει τη διάκριση –που είναι πραγματική, συντακτικά λειτουργική διάκριση– ανάμεσα στις αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται ως συμπληρώματα του ρήματος («έμμεσα αντικείμενα», ας πούμε) και στις αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται ως κτητικές. Νομίζω ότι τα πράγματα θα ήταν απλούστερα, και η συντακτική λειτουργία των αντωνυμιών θα γινόταν σαφέστερη, προπάντων στους μαθητές, αν στην πρώτη περίπτωση βάζαμε τόνο στις αντωνυμίες (όταν δηλαδή λειτουργούν συμπληρώματα ρήματος) και στη δεύτερη περίπτωση τις αφήναμε άτονες (όταν δηλαδή λειτουργούν ως κτητικές). Όταν τα του και τους λειτουργούν σαν άρθρα, μπορούν να μένουν άτονα.
Εναλλακτική λύση, που εφαρμόστηκε ήδη από τον Ι. Θ. Κακριδή αλλά δεν ακολουθείται παρά από ελάχιστους, ή και από έναν μόνο (τον Θ. Π. Τάσιο), θα ήταν να ενώνουμε τους αδύνατους τύπους των αντωνυμιών, όταν λειτουργούν ως κτητικά, με την προηγούμενη λέξη: ο πατέρας-του, το σπίτι-μας, και ούτω καθεξής. Αυτή η λύση έχει το πλεονέκτημα να υπογραμμίζει ότι η αντωνυμία είναι στην περίπτωση αυτή postpositivum, δηλαδή τίθεται υποχρεωτικά μετά τη λέξη την οποία προσδιορίζει· και όχι μόνο αυτό, αλλά και ότι συνανήκει αναπόσπαστα με την προηγούμενη λέξη και δεν μπορεί να σταθεί δίχως αυτήν.
Β. «ΣΥΝΙΖΗΣΗ» (ΣΥΜΦΩΝΟΠΟΙΗΣΗ) ΤΟΥ /i/
Αποτελούν πια κοινό τόπο οι διαμαρτυρίες (δικαιολογημένες, κατά τη γνώμη μου, και ας με πείτε puriste) για την ισοπεδωτικά συμφωνοποιημένη προφορά του προφωνηεντικού /i/, ακόμη και σε περιβάλλοντα όπου επιβάλλεται η φωνηεντική προφορά του. Σε απλά ελληνικά, αυτό σημαίνει ότι, ενώ για παράδειγμα η ερωτηματική αντωνυμία ποιος προφέρεται, σωστά, «πχιος» ([pços]) στην ομιλούμενη γλώσσα, η λέξη ποιότητα προφέρεται πι-ότητα ([piotita]) και όχι «πχιότητα», εκτός βέβαια αν είστε ο Σημίτης. (Αλλά αν είστε ο Σημίτης, το τελευταίο που σας νοιάζει αυτό τον καιρό είναι η σωστή προφορά της λέξης ποιότητα.) Η καθιερωμένη, σχολική ορθογραφία συχνά αφήνει αμφιβολίες γύρω από την προφορά τέτοιων λέξεων. Έτσι, λόγου χάρη, η ορθογραφία της λέξης λόγια στις φράσεις τα λόγια στοιχεία της δημοτικής και όλο λόγια είσαι είναι ίδια, ενώ η λέξη λόγια έχει διαφορετική σημασία (και προφορά) σε καθεμιά από τις δύο περιπτώσεις.
Η απλούστερη λύση για το πρόβλημα αυτό είναι, νομίζω, η διαχωριστική παύλα: ποι-ότητα, λόγι-α. Κατά ταύτα θα πρέπει να γράψουμε και: ποιόν θέλετε; (με τόνο στο ποιόν, παρά όσα διδάσκει η σχολική ορθογραφία, αφού πράγματι τονίζεται ερωτηματικά η αντωνυμία), αλλά: όλοι γνωρίζουμε το ποι-όν του Χ. Αντίστροφη λύση είχε υιοθετηθεί από τον Γεώργιο Χατζιδάκι και, με υπόδειξή του, από το Λεξικό Δημητράκου: δηλαδή, η συμφωνοποιημένη εκφορά του προφωνηεντικού /i/ δηλωνόταν με ένα τυπογραφικό τρικ — ένα ιώτα περισπωμένη, βαλμένο όμως ανάποδα, δηλαδή με την ουρίτσα πάνω και την περισπωμένη κάτω. Τέτοιες λεβεντιές ήταν βέβαια εφικτές την εποχή της τυπογραφικής κάσας, δύσκολα όμως εφαρμόζονται στην εποχή της φωτοσύνθεσης.
Γ. ΤΑ ΗΧΗΡΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΣΤΙΣ ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ (ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΡΙΝΑ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ)
Ο άλλοτε ισχυρός άντρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Romano Prodi προφερόταν από όλους ανεξαιρέτως (νομίζω) τους έλληνες εκφωνητές «Ρομάνο Πρόνdι», με έρρινο nd αντί για άρινο d. Γνωστά άλλωστε από τον καιρό των πειρατικών ραδιοφωνικών σταθμών είναι τα στούνdιο και βίνdεο. Από την άλλη μεριά, έχει συχνά στηλιτευτεί η απερρίνωση ελληνικών λέξεων όπως ανάγκη (που προφέρεται συχνά ανάgη), έμπορος (προφ. έbορος) ή ένταση (προφ. έdαση). Για άλλη μια φορά, νομίζω ότι η απλούστερη λύση είναι η υιοθέτηση της διαχωριστικής παύλας: όπου βίντεο, στούντιο, Πρόντι (χωρίς παύλα δηλαδή), προφέρουμε [v’ideo], [st’udio], [pr’odi]. Όπου όμως ανάγ-κη, έμ-πορος, έν-ταση, προφέρουμε [an’angi], [’emboros], [‘endasi].
Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι οι παραπάνω σημειώσεις είναι ελλιπείς και αποσπασματικές· γι’ αυτό ζητώ αφενός την επιείκεια των φίλων που μου κάνουν τη χάρη να με διαβάζουν και αφετέρου τη συνδρομή όσων τυχαίνει να έχουν καλύτερες ιδέες από μένα γύρω απ’ αυτά τα σχολαστικά αλλά, νομίζω, ουσιώδη ζητήματα. Θέλω μόνο να διευκρινίσω ότι οι προτάσεις αυτές δεν διέπονται από κανένα πνεύμα στείρου αναθεωρητισμού ούτε από κανέναν ορθογραφικό τσαμπουκά του τύπου «εγώ έτσι το γράφω». Σκοπός τους, μοναδικός και ομολογημένος, είναι να διερευνήσουν αν πράγματι η καθιερωμένη ορθογραφία πάσχει, πού πάσχει, και πώς μπορεί (αν μπορεί) να θεραπευτεί.
Απντέιτ: Ρίχτε μια ματιά και στα σχόλια, έχουν πολύ ψωμί!

Read Full Post »

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ

Μάχη «σώμα» με «σώμα» τιτλοφορείται άρθρο του Νικόλα Βουλέλη στη σημερινή (6/7/2008) Στερεοτυπία, τη μαχητική Αδέσμευτη Απογευματινή Εφημερίδα (από τον Σραόσα το σούφρωσα αυτό το ωραίο). Το άρθρο, από το λίγο που είδα, γιατί βέβαια δεν άντεξα να το διαβάσω όλο, αναφέρεται στη σύγκρουση μεταξύ κεμαλιστών και ισλαμιστών στην Τουρκία. Υποθέτω ότι με τα εισαγωγικά ο «καλός» δημοσιογράφος (έτσι, ρε, σε εισαγωγικά!) υπαινίσσεται πως η εν λόγω σύγκρουση είναι, στην πραγματικότητα, πνευματική, όχι σωματική.

Read Full Post »